Nέα Υόρκη: Διακανονισμός αποζημίωσης 140 εκατ. δολαρίων σε οδηγούς ταξί που έχασαν τις άδειές τους μετά από συλλήψεις επειδή δεν τους δόθηκε η δυνατότητα προσφυγής

Περίπου 20.000 πρώην και νυν οδηγοί ταξί της Νέας Υόρκης, των οποίων οι άδειες ανακλήθηκαν μετά από σύλληψη, ενδέχεται να λάβουν έως και 140 εκατομμύρια δολάρια από τον δήμο, επειδή οι ρυθμιστικές αρχές δεν τους παρείχαν ουσιαστικό τρόπο να προσφύγουν κατά των ανακλήσεων.
Η πληρωμή, μέρος του διακανονισμού μιας ομαδικής αγωγής που κατατέθηκε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, θα μπορούσε να είναι μία από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της πόλης, δήλωσαν νομικοί εμπειρογνώμονες και αξιωματούχοι, ανάλογα με το πόσοι οδηγοί θα την εισπράξουν.
Σε δικαστήριο του Μανχάταν, την Τετάρτη, ο δικαστής Ρίτσαρντ Σάλιβαν του Εφετείου των ΗΠΑ δήλωσε ότι σχεδιάζει να εγκρίνει την πληρωμή διακανονισμού από τον δήμο σε επιλέξιμους οδηγούς ταξί και εφαρμογών κλήσης οχημάτων που συνελήφθησαν μεταξύ 2003 και 2020 και στη συνέχεια είδαν τις άδειές τους να ανακαλούνται από την Επιτροπή Ταξί και Λιμουζίνας, την υπηρεσία της πόλης που επιβλέπει τον κλάδο.
Ο δήμος αποκάλυψε αρχικά τη συμφωνία με τους οδηγούς ταξί τον Μάρτιο και ο δικαστής εξέδωσε προκαταρκτική έγκριση τον Μάιο. Την Τετάρτη ανακοίνωσε ότι συμφωνεί με τους όρους της συμφωνίας και ότι το θέμα των αμοιβών των δικηγόρων θα οριστικοποιηθεί τις επόμενες εβδομάδες.
Οι ενάγοντες θα πληρωθούν ανάλογα με το διάστημα που οι άδειές τους τελούσαν σε αναστολή. Όσοι δεν μπορούσαν να οδηγήσουν τα ταξί τους για ένα έτος ή περισσότερο ενδέχεται να λάβουν έως και 36.000 δολάρια – πριν από τις αμοιβές δικηγόρων και άλλα έξοδα.
Εκπρόσωπος της Επιτροπής Ταξί και Λιμουζίνας σημείωσε ότι έχουν τροποποιηθεί οι πειθαρχικές της πρακτικές το 2020, μετά την απόφαση του Εφετείου περί αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας προσφυγής. Κι αυτό γιατί η επιτροπή πρέπει να εξετάζει εάν ένας οδηγός αποτελεί «άμεση και ουσιαστική απειλή για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια» κατά την εξέταση άρσης της αναστολής. Οι αλλαγές, δήλωσε ο εκπρόσωπος, δείχνουν «τη δέσμευση της υπηρεσίας για την προστασία των δικαιωμάτων και τη δίκαιη μεταχείριση των οδηγών ταξί».
Η ομαδική αγωγή που καταλήγει σε διακανονισμό κατατέθηκε το 2006. Αρκετοί οδηγοί των οποίων οι άδειες ανακλήθηκαν, καθώς και η Συμμαχία Εργαζομένων Ταξί της Νέας Υόρκης, κατέθεσαν την αγωγή κατά της επιτροπής και του δήμου. Στην πορεία δήλωσαν συμμετοχή χιλιάδες οδηγοί.
Οι οδηγοί μπορούσαν να ζητήσουν ακροάσεις για να αμφισβητήσουν την αναστολή, αλλά σπάνια τους δινόταν επαρκής ευκαιρία να εξηγήσουν τον λόγο της σύλληψής τους, ενώ δεν καλούνταν μάρτυρες ούτε παρουσιάζονταν αποδεικτικά στοιχεία υπεράσπισης. «Οι ακροάσεις της επιτροπής ήταν γελοίες», δήλωσε η Μπαϊράβι Ντεσάι, επικεφαλής της Συμμαχίας Εργαζομένων Ταξί. Οι ανακλήσεις αδειών αίρονταν μόνο εάν η υπόθεση απορριπτόταν ή οι κατηγορίες μειώνονταν, είπε, αφήνοντας τους οδηγούς σε αδιέξοδο εν αναμονή της εκδίκασης της υπόθεσής τους.
Ο Ντάνιελ Άκμαν, ένας από τους δικηγόρους των εναγόντων, υπολογίζει ότι πάνω από το 90% των κατηγοριών εναντίον των οδηγών απορρίφθηκαν ή υποβαθμίστηκαν σε μικρές παραβάσεις. Από τότε που η επιτροπή άλλαξε την πειθαρχική της πολιτική, δήλωσε ο Άκμαν, το ποσοστό των οδηγών που προσέφυγαν επιτυχώς κατά των ανακλήσεων αδειών «έχει αυξηθεί από μηδέν σε σχεδόν 85%».
Ο Παρισάι Μπαρμάν ήταν οδηγός ταξί για σχεδόν 10 χρόνια όταν συνελήφθη μετά από μια μικρή σύγκρουση στο αεροδρόμιο La Guardia, το 2017. Η επιτροπή ανέστειλε αμέσως την άδειά του, χωρίς ακρόαση, αφήνοντάς τον χωρίς δουλειά και χωρίς τη δυνατότητα να συντηρήσει τη σύζυγό του και τα δύο μικρά παιδιά του. Καταδικάστηκε για τροχαία παράβαση και έπρεπε να ολοκληρώσει υποχρεωτική συμβουλευτική και κοινοτική υπηρεσία για να επιστρέψει στη δουλειά του. Παρέμεινε άνεργος για πέντε μήνες. Ο εξηντάχρονος οδηγός ταξί δήλωσε ότι αναγκάστηκε να πάρει δάνεια με πιστωτική κάρτα και να δανειστεί χρήματα από συγγενείς. Τώρα, σχεδόν 10 χρόνια αργότερα, ελπίζει να εισπράξει σχεδόν 30.000 δολάρια για την ταλαιπωρία του.
Η Ντεσάι συμπληρώνει ότι κατά το διάστημα από τότε που κατατέθηκε η αγωγή ορισμένοι ενάγοντες έχουν συνταξιοδοτηθεί, πέθαναν ή μετακόμισαν στο εξωτερικό. Σε περίπτωση που μέρος των χρημάτων του διακανονισμού δεν εισπραχθεί, ένα τμήμα του θα διανεμηθεί στους υπόλοιπους ενάγοντες και το υπόλοιπο θα επιστραφεί στον δήμο.